Τρίτη 1 Μαΐου 2012


                                     ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ       ΦΩΤΑΚΗ

 

Κάθε φορά που θα κοιτάζω

μέσα_απ’ το τζάμι το θολό

θα συνεχίζω να γελώ

κι ας είμαι_εσώκλειστη σε βάζο.

 

Θα περιμένω να ‘ρθει_η ώρα

να σπάσω, όπως το αυγό

στο κόσμο έξω για να βγω

να τρέξω λεύτερη στο τώρα.

 

Να μου γεμίσω από γέλια

από αγάπες και φιλιά

να βγει _ απ’ το στόμα μου μιλιά:

«Δέστε, χορεύουν τα κουρέλια».

 

Κι αν προδοθώ,  ξανά στο βάζο

σαν ερημίτης θα κλειστώ

μέσα στο βάζο το κλειστό

                          θα αρχίσω πάλι να μονάζω. 

                ΣΥΝΤΗΞΗ ΚΑΙ ΣΧΑΣΗ

 
                    Και να η ώρα έχει φθάσει
                    στην πιο κατάλληλη στιγμή
                    έχουν αρχίσει οι τριγμοί
                    από τη σύντηξη στη σχάση.
 
                    Μπορεί κανείς μας να μη φταίει
                    ποιο είναι λάθος πιο σωστό     
                    ποιο_ειναι πολύ πιο λιγοστό
                    και η ζωή χωρίς   ριπλέι.
 
                    Το ξέρω δεν θ’ αλλάξεις γνώμη
                    ο κόσμος λες πάει μπροστά
                    τα λάθη μας και τα σωστά
                    όλα μαζί με μια συγνώμη.
 
                    Ούτε και γω θα κάνω πίσω
                    τι κι αν σ’ αγάπησα πολύ
                    μόνο το πρώτο το φιλί
                    αυτό μονάχα θα κρατήσω.

                    Τόμπουλος Χρήστος

 

   Το Μάιο του 2024 ο Σύνδεσμος Συνταξιούχων Εκπαιδευτικών Γλυφάδας  για τη γιορτή της μητέρας διοργάνωσε μια εκδήλωση και μου ζητήθηκε να γράψω κάτι.

 

  ΑΧ ΜΑΝΑ, ΚΑΙ ΜΑΝΟΥΛΑ ΜΟΥ, ΜΑΜΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΕΡΑ

              

                                   Η ΓΕΝΝΗΣΗ


  Εφτά μηνών γεννήθηκα

  απ’ της μαμής το χέρι

  κι μάνα κοριτσόπουλο

   κι μάνα μου παιδούλα

  Με χάιδευε με φίλαγε

  με κράταγε σφιχτά της

  με τάιζε το γάλα της

  από το ρωγοβύζι.

  Εγώ μικρό και νιάνιαρο

  έκλαιγα και πονούσα

  κι αυτή μ’ ένα νανούρισμα

  με κοίμιζε σιμά της.

  Φοβότανε και τρόμαζε  

  μη χάσει το βλαστάρι

  εφτα μηνών μικρούτσικο

  εφτά μηνών ψυχούλα

  Μια μέρα προσευχότανε,

  μου είπε, στο θεό της

  και του ‘πε να την κράταγε

  μέχρι να περπατήσω

  μέχρι να πω μανούλα μου

  μέχρι να πω μαμά μου.

  Κι ύστερα ας την έπαιρνε

  κοντά του κάποια νύχτα.

  Αχ μάνα και μανούλα μου,

  μαμά μου και μητέρα.


                                 ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ


  Κοίτα να δεις τη τράβαγε

  και η δική μου μάνα

  Σαν ήρθε_η ώρα_ανάθεμα  

  να πάω στο σχολείο.

  Πρωί πρωί με έντυνε

  μ’ έπλυνε  στο νιφτήρα

  Με χτένιζε με στόλιζε

  και μού ‘δινε την τσάντα

  στη τσάντα όπου έβαζε

  ψωμί ξερό κομμάτι.

  Στην πλάτη της με ζάλωνε

  και τράβαγε το δρόμο

  το δρόμο για το Κάστελο

  που ‘ταν μεγαλοχώρι

  γιατί σχολειό δεν είχαμε

  στον τόπο το δικό μας.

  Πάνω σε πέτρες βάδιζε

   πατούσε σε αγκάθια

  κρατώντας στο ‘να χέρι της

  τη ξύλινη μαγκούρα.

  Κι όταν σχολειό σαν φθάναμε

  φιλούσε τα μαλλιά μου.

  Δουλειές είχε και έφευγε

  και γύρναγε το γιόμα

  και μ έβαζε στους ώμους της

  και μ’ έφερνε ξοπίσω

 Αχ μάνα, και μανούλα μου,

 μαμά μου και μητέρα.     



Η ΕΦΗΒΕΙΑ


Εγώ στα δεκαέξι μου

δεν άκουγα καθόλου

δεν ήθελα τις συμβουλές

δεν άκουγα ορμήνιες

την φώναζα την έβριζα

δεν γύρναγα στο σπίτι

κι αυτή καθόταν ξάγρυπνη

κοιτώντας το χερούλι

κοιτώντας την οξωπορτα

που ‘ταν ξεκλειδωμένη.

Μια μέρα ξημερώματα

που γύρναγα στο σπίτι

αυτή εκεί ασάλευτη

γλυκά γλυκά μου λέει

«Είσαι καλά αγόρι μου

είσαι καλά παιδί μου;»

Τρεις νύχτες που με παίδευε,

του πυρετού η θέρμη

αυτή εκεί με κράταγε

μέσα στην αγκαλιά της

με προσευχές ατέλειωτες

καλούσε το θεό της

να γιαίνει το καμάρι της

να γιαίνει το παιδί της.

Αχ μάνα, και μανούλα μου,

μαμά μου και μητέρα.



Η ΑΝΟΙΑ


Εγώ εκεί στα_εξήντα  μου

κι αυτή ογδόντα πέντε

παππούς με τα εγγόνια μου

κι αυτή η προγιαγιά τους

μα δεν θυμάται τίποτα

δεν ξέρει καν ποιος είμαι

ποιοι ειν’ αυτοί τριγύρω  της

και τι ζητούν στο σπίτι.

Θυμάμαι που με ντάντευε,

 θυμάμαι που γελούσε

που μ έπαιρνε στο κόρφο της

που μού ‘λεγε τραγούδια

τραγούδια νανουρίσματα

κι ευχές να τα ‘χω όλα.

Τα έχω όλα δίπλα μου

εκτός από εσένα.

Εγώ σου βάζω φαγητό

εγώ να σε ταΐσω

να πας για την ανάγκη σου

κι ύστερα να σε πλύνω.

Και συ κοιτάς  και δεν  λογάς

 πως είμαι το παιδί σου

πως είμαι το βλαστάρι σου

πως είμαι ο αητός σου.

Μα μια βραδιά λερώθηκες

σε πήρα στα δυο χέρια

 κι ακούμπησες το μάγουλο

πάνω στο μάγουλό μου

και μου ‘πες μ’ αναστεναγμό:

«Σ’ ευχαριστώ παιδί μου»

Το άλλο πρωί δεν ξύπνησες

ταξίδεψες στ΄ αστέρια.

Αχ μάνα, και μανούλα μου,

μαμά μου και μητέρα.


Τόμπουλος Χρήστος